Το εγκώμιο της σκιάς, JUNICHIRO TANIZAKI

η φίλη του blog Κ. μου εστειλε το πολύ ωραιο αυτό κειμενο , για την ασιατική αρχιτεκτονική.
το ανεβάζω ευχαρίστως, και μάλιστα σας καλώ να μοιραστείτε μαζί μας τις σκέψεις σας για την αρχιτεκτονική ενός ορθοδόξου κινεζικού ναού. βεβαια δεν εχουμε χρήματα και δεν νομίζω οσο ζω να προλάβω να το δώ. ομως δεν μπορούμε να πάψουμε να ονειρευόμαστε και να ελπίζουμε.
και να σχεδιάζουμε…..
βεβαια η στήλη οπως καταλαβαίνετε δεν απευθύνεται σε φανατικούς , υπαρχουν αλλωστε πολλοι χωροι για αυτους στο απέραντο διαδίκτυο, αλλα σε λογικούς ανθρώπους που αγαπουν την εκκλησία και σεβονται βαθεια τον κινεζικό πολιτισμό. η κακογουστη αντιγραφή της αγιας Σοφίας δεν ειναι καθόλου λυση , ειναι μάλλον καρικατούρα, διοτι αρχιτεκτονικά εστω για να γίνη αντιφραφη, θελει τεράστιους χωρους , για να δουλεψουν οι τομες σφαιρας και κυλινδρου που την χαρακτιρίζει και που τοσο ευφυως δημιουργησαν οι αρχιτεκτονες της.
το κείμενο του Τανιζάκι μας δίνει πολλές ιδέες.
Τίτλος πρωτοτύπου: IN’EI RAISAN, 1933, Μετάφραση από τα ιαπωνικά, πρόλογος και σημειώσεις
Παναγιώτης Ευαγγελίδης, Εκδόσεις Άγρα
Από το σημείωμα του μεταφραστή:
Το εγκώμιο της σκιάς είναι μια πολύ εύγλωττη έκθεση της αντίληψης του Τανιζάκι για την ομορφιά, αυτήν της γιαπωνέζικης και κατά προέκταση ανατολίτικης αισθητικής στις τέχνες και κυρίως στην καθημερινή ζωή. Μας δηλώνει εξαρχής πως η φύση αυτής της ομορφιάς είναι αυτή των σκιών και του ομιχλώδους, πως ο όρος γέννησης και ύπαρξής της είναι το σκοτάδι και η ασάφεια, μια ομορφιά που είναι τέτοια γιατί είναι κρυμμένη, και αμυδρή, μισοϊδωμένη σαν μέσα σε όνειρο, αντίθετα με το αντικείμενο της δυτικής ομορφιάς που πρέπει πριν παραδοθεί στη θέα να στιλβωθεί και να φωτιστεί ολοκληρωτικά γιατί μόνο έτσι θα αναδειχτεί σε όλη του τη δόξα. Το ίδιο ισχύει και ως προς τις επιλογές των αντικειμένων καθημερινής χρήσης. Από τα γυαλιστερά σκεύη της κουζίνας μέχρι τα αστραφτερά πλακάκια του μπάνιου. Όπου όμως εισχωρεί το φως, σβήνει η μαγεία. Τα πράγματα χάνουν την εσωτερικότητά τους, η υπαινικτική τους γοητεία διαλύεται και μαζί η δύναμή τους να μας βυθίζουν σε περισυλλογή και ποιητική ελευθερία. Η εκλογή του δυτικού δρόμου από τη σύγχρονη Ιαπωνία εξοντώνει με αδιανόητα γρήγορους ρυθμούς και τα τελευταία απομεινάρια αυτής της μαγείας.
[…]
Η μετάφραση και το ύφος
Έχουν ειπωθεί πάρα πολλά για την ασάφεια της γιαπωνέζικης γλώσσας και τη δυσκολία της όχι μόνο να μεταφραστεί, αλλά ακόμα και να κατανοηθεί επακριβώς κι από τους ίδιους τους Ιάπωνες. Η ιαπωνική διανόηση είναι και ήταν κι από παλιά διχασμένη. Να γίνει προσπάθεια να καλλιεργηθεί ένα στυλ σαφήνειας και καθαρότητας στη γραφή, ή να προτιμηθεί μια πρόζα ασαφής, γεμάτη αμφισημία, που υποδηλώνει πιο πολύ παρά λέει;

[…]
Ανάμεσα στις συμβουλές που ο Τανιζάκι δίνει στους νέους συγγραφείς είναι να μην προσπαθούν να παραείναι σαφείς και ν’ αφήνουν πάντα κάποια κενά νοήματος.
…, μου γεννήθηκε μονάχα η απορία γιατί να μη δίνεται μια πιο μεγάλη βαρύτητα στις συνήθειες και τις προτιμήσεις της δικής μας ζωής και κατ’ ακολουθία οι νεωτερισμοί να έχουν μορφοποιηθεί ανάλογα.
…, σκέφτομαι πόσο διαφορετική θα ήταν η μορφή της σημερινής κοινωνίας μας αν η Ανατολή είχε αναπτύξει τον δικό της πρωτότυπο ξεχωριστό επιστημονικό πολιτισμό. Αν υποθέσουμε για παράδειγμα πως είχαμε της δική μας ιδιαίτερη φυσική και χημεία, η τεχνολογία και η τέχνη της βιομηχανίας βασισμένες επάνω τους θα είχαν φυσικά τη δική τους μορφή εξέλιξης, και δε θα ήταν έτσι οι μηχανικές επινοήσεις για τις μυριάδες καθημερινές ανάγκες, τα φάρμακα και τα προϊόντα της βιομηχανίας, δεν θα ήταν κάθε πράγμα που θα γεννιόταν μ’ αυτόν τον τρόπο πιο ταιριαστό με τη φύση του λαού μας;

Τολμώ να πω πως ακόμα και οι βασικές αρχές της φυσικής και της χημείας θα ήταν διαφορετικές από αυτές των Δυτικών, και πως ως προς την ουσία και τη λειτουργία πραγμάτων όπως το φως, ο ηλεκτρισμός ή το άτομο, αυτά που θα μαθαίναμε εμείς, μπορώ να διανοηθώ πως ίσως εμφανίζονταν με διαφορετική μορφή. Καθώς δεν σκαμπάζω από επιστημονικά θέματα, όλα αυτά είναι απλώς και μόνο επιπόλαια παιχνίδια με τη φαντασία, αλλά αν τουλάχιστον εφευρίσκαμε πρωτότυπες πρακτικές επινοήσεις, αυτό θα όφειλε ασφαλώς να έχει μια πλατιά επίδραση στην καθημερινή μας ζωή, κι ακόμα και στις μορφές της πολιτικής, της θρησκείας, της τέχνης και της βιομηχανίας μας, και άνετα μπορούμε να υποθέσουμε πως η ίδια η Ανατολή θα έδινε το φως σ’ ένα ξεχωριστό σύμπαν στην Ανατολή.

Για να πάρω ένα απλό παράδειγμα, είχα γράψει κάποτε σ’ ένα λογοτεχνικό περιοδικό ένα άρθρο όπου έκανα τη σύγκριση ανάμεσα στο στυλογράφο και το πινέλο. Ισχυρίστηκα εκεί πως αν ο στυλογράφος ήταν επινόημα των παλιών Ιαπώνων ή Κινέζων, οπωσδήποτε αντί να έχει στην άκρη του πένα θα είχε μια μύτη από πινέλο. Επιπλέον η μελάνη αντί να έχει εκείνο το μπλε χρώμα θα ήταν πιο κοντά στην ινδική μελάνη, και θα υπήρχε κάποιος τρόπος να κατεβαίνει από τη λαβή μέχρι την τρίχα του πινέλου. Κι αν ήταν έτσι, επειδή το δυτικό χαρτί θα ήταν άβολο, κάτι που θα έμοιαζε με το ιαπωνικό χαρτί, μια βελτιωμένη παραλλαγή του ριζόχαρτου, έστω και σε μαζική παραγωγή, θα γνώριζε ευρύτερη ζήτηση. Αν η ανάπτυξη του χαρτιού, της ινδικής μελάνης και του πινέλου γινόταν μ’ αυτόν τον τρόπο, ούτε ο στυλογράφος και η μελάνη θα γνώριζαν παρόμοια δημοτικότητα μ’ αυτήν που έχουν σήμερα, ούτε συνεπακόλουθα πάλι η θεωρία της αντικατάστασης της δικής μας γραφής από λατινικούς χαρακτήρες θα μπορούσε να πάρει διαστάσεις, και εν γένει η αγάπη για τα ιδεογράμματα και το συλλαβικό αλφαβητικό σύστημα θα ήταν κι αυτή δυνατότερη. Κι αυτό δεν είναι όλο. Ακόμα και η σκέψη κι η λογοτεχνία μας δεν θα είχαν ίσως φτάσει να μιμούνται σε τέτοιο βαθμό τη Δύση, αλλά θ’ αποτολμούσαν πιθανόν να εξορμήσουν σε καινούρια δικά τους δημιουργικά πεδία. Να σκεφτεί κανείς πως ένα τόσο μηδαμινό είδος γραφικής ύλης έφτασε να έχει μια τέτοια κολοσσιαίου μεγέθους επίδραση.
Αυτά είναι όμως ονειροφαντασίες μυθιστοριογράφου, και έχω πια καλά καταλάβει πως εδώ που έχουμε φτάσει σήμερα δεν έχει νόημα να προσπαθούμε να γυρίσουμε πίσω και να διορθώσουμε την κατάσταση. Γι’ αυτό κι αυτά που λέω τώρα είναι πια πράγματα αδύνατο να τα ζητάει κανείς, αλλά αν και δεν ξεπερνάνε τη μεμψιμοιρία, έστω και έτσι σαν μεμψιμοιρία, δεν είμαστε τάχα εμείς που έχουμε τελικά υποστεί τις βαρύτερες απώλειες, αν θελήσουμε να τις συγκρίνουμε μ’ αυτές των Δυτικών; Αυτό που θέλω να πω είναι πως η Δύση έφτασε εκεί που είναι σήμερα ακολουθώντας κανονικά το δρόμο της, ενώ εμείς, έχοντας ν’ αντιμετωπίσουμε έναν πιο προηγμένο πολιτισμό, δεν μπορέσαμε παρά να τον υιοθετήσουμε, βγαίνοντας απ’ το δρόμο που ακολουθήσαμε στο παρελθόν για χιλιάδες χρόνια και έχοντας να βαδίσουμε σε μια διαφορετική κατεύθυνση. Από εκεί πιστεύω πως προέρχονται και τα εμπόδια και οι δυσκολίες. Βέβαια εάν μας είχαν αφήσει στην ησυχία μας, ίσως να μην είχαμε κάνει καμιά σπουδαία υλική πρόοδο τα τελευταία πεντακόσια χρόνια. Κι αν πάει κανείς στις επαρχίες της Κίνας και της Ινδίας σήμερα, θα βρει σίγουρα πως η ζωή ελάχιστα έχει αλλάξει από την εποχή του Βούδα και του Κομφούκιου. Θα είχαμε όμως παρ’ όλα αυτά τραβήξει έναν δρόμο που θα ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία μας. Σαν αποτέλεσμα, έστω και με αργό ρυθμό, με βήμα σημειωτόν, τίποτα δεν μας λέει πως κάποια μέρα δεν θα ανακαλύπταμε κι εμείς το δικό μας υποκατάστατο για το σημερινό τρένο, το αεροπλάνο ή το ραδιόφωνο. Δεν θα ήταν δανεισμένο από τρίτους, αλλά ένα πραγματικά δικό μας πολιτιστικό επινόημα που θα ταίριαζε στις ανάγκες μας.
Αρκεί μόνο κανείς να πάει να δει αμερικάνικες, γαλλικές και γερμανικές ταινίες για να διαπιστώσει τη διαφορά στις φωτοσκιάσεις και τους χρωματικούς τόνους. Από τη φωτογραφική εικόνα και μόνο, για να μην μιλήσουμε για την ηθοποιία και την πλοκή, ξεπηδάνε κατά κάποιο τρόπο διαφορές εθνικού χαρακτήρα. Αν αυτό αληθεύει ακόμα κι όταν χρησιμοποιούμε ολόιδιες μηχανές, χημικά υλικά και φιλμ, σκεφτείτε πόσο πιο πολύ θα ταίριαζε στην υφή του δέρματος, στα χαρακτηριστικά του προσώπου, στο κλίμα και τη γη μας μια προσωπικά δική μας φωτογραφική τεχνολογία.

Και πόσο ένας φωνογράφος και ένα ραδιόφωνο που θα είχαμε εφεύρει εμείς οι ίδιοι θα αξιοποιούσαν περισσότερο τα πιο ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της φωνής και της μουσικής μας. Επειδή πρωταρχικά η μουσική μας είναι υποτονισμένη και βασίζεται στην ατμόσφαιρα, όταν ηχογραφείται σε δίσκο και πολλαπλασιάζεται με τα μεγάφωνα, το μεγαλύτερο μέρος της μαγείας της χάνεται. Και στην τέχνη της συνομιλίας προτιμάμε τη χαμηλή φωνή, τα λίγα λόγια, και γι’ αυτό οι «παύσεις» είναι για εμάς το σημαντικότερο, αυτές οι «παύσεις» που καταλήγουν να πεθαίνουν όταν περάσουν στα μηχανήματα. Κι έτσι για να αποκτήσουμε την εύνοια των μηχανών παραμορφώνουμε τις ίδιες μας τις τέχνες. Οι μηχανές αυτές επινοήθηκαν από τους Δυτικούς εξαρχής και αναμφίβολα ταιριάζουν καλά με τις τέχνες τους. Ακριβώς όμως γι’ αυτό πιστεύω ότι εμείς έχουμε υποστεί τόσο πολλές απώλειες.

[…]

στους ναούς της χώρας μας, στήνεται αρχικά μια μεγάλη στέγη από κεραμίδια πάνω απ’ το σκελετό της κατασκευής, και κάτω απ’ τη βαθιά και πλατιά σκιά που ρίχνουν τα γείσα της αρχίζει το υπόλοιπο οικοδόμημα. Αλλά εκτός απ’ τους ναούς, και στα παλάτια και στις κατοικίες των απλών ανθρώπων, αυτό που χτυπάει στο μάτι πιο πολύ όταν κοιτάζουμε απ’ έξω, είναι η μεγάλη στέγη από κεραμίδια ή καλάμια, και το πυκνό σκοτάδι που κρέμεται κάτω από τα γείσα.

…, Στην αρχιτεκτονική των μεγάλων τέμπλων, το κεντρικό καθιστικό δωμάτιο είναι τόσο μακριά απ’ τον κήπο, ώστε το φως αναπόφευκτα ξεθωριάζει, όποια κι αν είναι η εποχή του χρόνου, σε ηλιόλουστες μέρες ή σε συννεφιασμένες, πρωί, μεσημέρι και βράδυ, σχεδόν πάντα στην ίδια απαράλλακτη αμυδρή λευκότητα.

…, η αμυδρή αυτή λευκή ανταύγεια δεν έχει τη δύναμη να διώξει το βαθύ σκοτάδι, αντίθετα, νικημένη απ’ αυτό, γεννάει έναν κόσμο χάους, όπου φως και σκοτάδι είναι αδιαχώριστα. Δεν έχετε κι εσείς αισθανθεί μια ιδιαίτερα ευλογημένη ανάταση μπαίνοντας σ’ ένα τέτοιο καθιστικό, όπου οι φωτεινές ακτίνες που περιπλανιούνται μες στην κάμαρη σαν να μην είναι φτιαγμένες από συνηθισμένο φως; Ή μήπως πάλι δεν ερωτοτροπήσατε ποτέ μ’ ένα είδος φόβο, πως σ’ αυτό το δωμάτιο μπορεί να χάσετε την αίσθηση του χρόνου, πως σ’ αυτό το χωρίς συνείδηση διάστημα θα κυλήσουν χρόνια, και πως βγαίνοντας θα βρείτε τον εαυτό σας γέρο με άσπρα μαλλιά;

…, και δεν έχετε δει, στα τρίσβαθα αυτών των μεγάλων κτισμάτων, εκεί όπου πια το φως του έξω κόσμου δεν μπορεί να διεισδύσει, πως μια χρυσή πόρτα ή ένα παραβάν χρυσό θα τραβήξουν επάνω τους την απέραντη μακρινή αιχμή από το φως του κήπου, μέσα από όλο το ενδιάμεσο διάστημα, κι ύστερα θα το στείλουν πίσω σαν φέγγος ονειρικό; Αυτή η αντανάκλαση ρίχνει στ’ αλήθεια ένα αχνό χρυσαφένιο φως στο διάχυτο σκοτάδι, σαν αυτό του ορίζοντα το δειλινό, και βρίσκω πως αυτό το πράγμα που ονομάζουμε χρυσάφι είναι εκεί μέσα που αναδεικνύεται στην πιο θλιμμένη του ομορφιά.

…. μπορώ τώρα για πρώτη φορά να κατανοήσω γιατί οι άνθρωποι τα παλιά χρόνια περνούσαν με χρυσό τα αγάλματα του Βούδα, και τα καθημερινά δωμάτια των ευγενών είχαν όλους τους τοίχους χρυσούς. Ο σύγχρονος άνθρωπος, ζώντας μέσα σ’ ένα φωτεινό σπίτι, δεν γνωρίζει την ομορφιά αυτή του χρυσού. Αυτοί όμως που έζησαν στα σκοτεινά σπίτια του παρελθόντος δεν ήταν σαγηνευμένοι απλώς και μόνο από την ομορφιά του χρυσού, αλλά γνώριζαν εκ των προτέρων και την πρακτική του αξία. Γιατί ο χρυσός, σ’ αυτά τα στερημένα από φως εσωτερικά, έπαιζε δίχως άλλο το ρόλο ενός κατόπτρου. Εκείνοι, δηλαδή, δεν χρησιμοποιούσαν τα φύλλα και τη σκόνη χρυσού για λόγους πολυτελείας και μόνο, αλλά εκμεταλλευόμενοι τις αντανακλαστικές του ιδιότητες εφοδιάζονταν με φως. Η λάμψη στο ασήμι και τα άλλα μέταλλα ξεθωριάζει αμέσως, μα αυτό που αποκαλούμε χρυσό, μη χάνοντας για μεγάλο διάστημα την αστραφτερότητά του, μπορεί να ρίχνει φως στα σκοτάδια των εσωτερικών, και εκεί βρίσκεται ο λόγος που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε την παράξενη εκτίμηση που του έτρεφαν.

  • Share/Bookmark

Filed Under: γνώμες

Comments are closed.